Sloan, R. P., Bagiella, E., Powell, T., "Religion, Spirituality and Medicine", Lancet 1999, 353: 664-667

Μετάφραση άρθρου από τη σελίδα: http://ienc.weblog.ub.rug.nl/wp-content/uploads/religionmedicine.pdf

Η θρησκεία και η επιστήμη μοιράζονται μία πολύπλοκη ιστορία, όπως μοιράζονται και ένα πολύπλοκο παρελθόν. Κατά καιρούς, σε όλον τον κόσμο η ιατρική και η πνευματική φροντίδα παρέχονταν από το ίδιο άτομο. Σε πολλές εποχές, παθιασμένες (ακόμη και βίαιες) συγκρούσεις χαρακτήριζαν τη σχέση της θρησκείας με την ιατρική και την επιστήμη. Καθώς το ενδιαφέρον για την εναλλακτική και συμπληρωματική ιατρική έχει αυξηθεί, η ιδέα της σύνδεσης των ιατρικών και θρησκευτικών παρεμβάσεων έχει γίνει ευρέως δημοφιλής, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. Για πολλούς ανθρώπους, οι θρησκευτικές και πνευματικές δραστηριότητες προσφέρουν αναφούφιση σε περίπτωση ασθένειας. Ωστόσο, καθώς οι αμερικανικές ιατρικές σχολές προσφέρουν όλο και περισσότερα μαθήματα για τη θρησκεία και την πνευματικότητα,1 αλλά και καθώς οι εκθέσεις εξακολουθούν να παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το ζήτημα αυτό τόσο ανάμεσα στους γιατρούς όσο και στο ευρύ κοινό, είναι ουσιώδες να εξετάσουμε πώς, ή ίσως ακόμη και το εάν, η ιατρική θα έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα. Στον παρόν άρθρο, μέσα από μία συνολική, αν και όχι συστηματική, ανασκόπηση των εμπειρικών στοιχείων και ηθικών ζητημάτων, κάνουμε μία πρώτη προσπάθεια για μία τέτοια εξέταση. 

Ενδιαφέρον για τη σύνδεση Θρησκείας και Ιατρικής
Σε μία πρόσφατη δημοσκόπηση, στην οποία συμμετείχαν 1000 Αμερικανοί ενήλικες, το 79% όσων απάντησαν, πιστεύουν ότι η πνευματική πίστη μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να αναρρώσουν από μία ασθένεια, και το 63% θεωρεί ότι ο γιατρός θα έπρεπε να μιλά με τους ασθενείς του για την πνευματική πίστη.2 Πρόσφατα άρθρα σε εθνικές εφημερίδες των Η.Π.Α., όπως στην Atlanta Constitution, Washington Post, Chicago Tribune και USA Today, γράφουν ότι η θρησκεία μπορεί να είναι καλή για την υγεία σας. Ένα νέο περιοδικό, το Spirituality and Health, που εκδίδεται από τον πρώην εκδότη του Harvard Business Review, έχει αρχίσει να κυκλοφορεί. Ο Eisenberg και οι συνεργάτες του, σε ένα άρθρο τους για τις αντισυμβατικές θεραπείες, που παρατίθεται ευρέως, σημειώνουν ότι το 25% όλων όσων απάντησαν αναφέρουν ότι χρησιμοποιούν την προσευχή ως ιατρική θεραπεία.3 Οι King και Bushwick αναφέρουν ότι το 48% των νοσηλευομένων σε νοσοκομεία επιθυμούσαν οι γιατροί τους να προσεύχονταν μαζί τους.4
    Μέσα στην ιατρική κοινότητα υπάρχει επίσης αξιοσημείωτο ενδιαφέρον. Σε συναντήσεις με χορηγούς, τα US National Institute of Aging, National Center for Medical Rehabilitation Research5 και Mind/Body Medical Institute, Beth Israel Deaconess Hospital of Boston, έχουν προσεγγίσει μεγάλα και ενθουσιώδη ακροατήρια. Περίπου 30 αμερικανικές ιατρικές σχολές περιλαμβάνουν στα προγράμματα των σπουδών τους μαθήματα για τη θρησκεία, την πνευματικότητα και την υγεία. Από τους 296 γιατρούς, που ρωτήθηκαν κατά τον Οκτώβριο του 1996, κατά τη διάρκεία μίας συνεδρίασης της American Academy of Family Physicians, το 99% ήταν πεποισμένοι ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις μπορούν να θεραπεύσουν, και το 75% πίστευαν ότι οι προσευχές των άλλων μπορούν να προάγουν την ανάρρωση ενός ασθενούς. Ο Benson γράφει ότι η πίστη στο θεό προάγει την υγεία.6 Οι Larson και Matthews υποστηρίζουν τις πνευματικές και θρησκευτικές παρεμβάσεις στην ιατρική πρακτική, ελπίζουν ότι το "τείχος του διαχωρισμού" μεταξύ ιατρικής και θρησκείας θα καταρρεύσει και διαβεβαιώνουν ότι "η ιατρική του μέλλοντος πρόκειται να είναι η προσευχή και το Prozac" (ref. 8, p. 85). Σε μία δημοσίευση της American Medical Association, ο Matthews και οι συνεργάτες του συνιστούν οι κλινικοί γιατροί να ρωτούν τι μπορούν να κάνουν για στηρίξουν την πίστη ή τις θρησκευτικές υποχρεώσεις εκείνων των ασθενών τους, οι οποίοι απάντησαν ευνοϊκά σε ερωτήσεις για το αν η θρησκεία ή η πίστη είναι χρήσιμες στη διαχείριση της ασθένειάς τους.9

Εμπειρικά Στοιχεία
Σε πολλές μελέτες, η θρησκεία, η οποία θεωρείται ότι προηγείται των αποτελεσμάτων της στην υγεία, έχει μετρηθεί με διάφορους τρόπους - για παράδειγμα, αξιολόγηση των θρησκευτικών συμπεριφορών, όπως είναι η συχνότητα εκκλησιασμού ή προσευχής, οι διαστάσεις της θρησκευτικής εμπειρίας, όπως είναι η ανακούφιση που μπορεί να παρέχει, διαφορές στην υγεία σε συνάρτηση με διαφορές στο θρησκευτικό δόγμα ή στο βαθμό θρησκευτικής ορθοδοξίας.
    Επιπλέον, τα αποτελέσματα στην υγεία διαφέρουν σημαντικά - για παράδειγμα, αποτελέσματα της φυσικής ασθένειας, αποτελέσματα της νοητικής και ψυχικής υγείας, και συμπεριφορές για την υγεία. Εδώ, εξετάζουμε μεθοδολογικά ζητήματα που αφορούν στις μελέτες για τα αποτελέσματα της φυσικής ασθένειας.

Έλεγχος για μεταβλητές που προκαλούν σύγχυση ή αλλιώς συμ-μεταβλητές
Παράγοντες που προκαλούν σύγχυση, όπως οι συμπεριφορικές και γενετικές διαφορές και μεταβλητές διαστρωμάτωσης, όπως η ηλικία, το φύλο, η μόρφωση, η εθνικότητα, η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση και η κατάσταση της υγείας, μπορούν να παίζουν σημαντικό ρόλο στη σύνδεση ανάμεσα στη θρησκεία και την υγεία. Αποτυχία ελέγχου αυτών των παραγόντων μπορεί να οδηγήσει σε μεροληπτική εκτίμηση αυτής της σύνδεσης. Πολυδιάστατες μέθοδοι επιτρέπουν την εκτίμηση της σημασίας της σύνδεσης ανάμεσα στις θρησκευτικές μεταβλητές και τα αποτελέσματα στην υγεία, ενώ ελεγχουν τις επιπτώσεις άλλων μεταβλητών. Ωστόσο, η χρήση αυτών των μεθόδων απαιτεί πλήρη παρουσίαση των αποτελεσμάτων - τουλάχιστον των συντελεστών και των αντίστοιχων διαστημάτων, όπου υπάρχει βεβαιότητα για τις μεταβλητές του μοντέλου. Οι εκθέσεις που αδυνατόν να το κάνουν αυτό, είναι ελλιπείς και μπορεί να γίνουν παραπληνητικές.
     Προσπάθειες να εκτιμηθεί η επίδραση του βαθμού θρησκευτικότητας στις εκβάσεις της υγείας δείχνουν το εξής. Αυξημένη θρησκευτική αφοσίωση, όπως (προσδι)ορίζεται στις περιπτώσεις ενός ρωμαικαθολικού ιερέα,10 μίας μοναχής,11 ενός Μορμόνα ιερέα,12 ενός Βενεδικτίνου ιερέα ή μοναχού,13 συνδέεται με μειώσεις στο ρυθμό ανάπτυξης νοσημάτων και στη θνησιμότητα. Αυτές οι περιπτώσεις, ωστόσο, επιλέχθηκαν για μελέτη, ακριβώς επειδή έχουν την τάση για αυστηρότερη προσήλωση σε κώδικες που απαγορεύουν συγκεκριμένες συμπεριφορές, οι οποίες σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο (π.χ.  κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ, σεξουαλική δραστηριότητα, ψυχοκοινωνικό άγχος και , σε κάποιες περιπτώσεις, κατανάλωση κρέατος).  
     Σε μία σειρά μελετών από το Ισραήλ,14-16 η θρησκευτικότητα, που μετριέται με βάση τη θρησκευτική ορθοδοξία, φαίνεται επίσης ότι αποφέρει οφέλη για την υγεία. Ωστόσο, μία από αυτές14 ήταν μία μελέτη ασθενών-μαρτύρων (case-control study), οι αδυναμίες της οποίας είναι ευρέως γνωστές. Σε μία άλλη,15 ένα μοντέλο με πολλές μεταβλητές, που προβλέπει τη θνησιμότητα από στεφανιαία νόσο, περιλαμβάνει σταθερούς παράγοντες κινδύνου, αλλά παραβλέπει τη θρησκεία και δεν παρέχει πληροφορίες για την αναλογία κινδύνου ή για τα διαστήματα εμπιστοσύνης ή έστω για το επίπεδο της στατιστικής σημασίας. Τέλος, σε μία μελέτη που αντιπαρατάσσει κοσμικούς και θρησκευόμενους Kibbutzim, σύμφωνα με την περιοχή, τη χρήση των ίδιων τοπικών νοσοκομείων και αναφερόμενη μόνο σε μέλη των ομάδων αυτών που έιναι από 40 ετών και πάνω, η θνησιμότητα από κάθε αιτία ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στα μέλη του κοσμικού Kibbutzim. Ωστόσο, η στρατηγική της αντιπαράθεσης διασφαλίζει την ισοδυναμία των ομάδων μόνον όσον αφορά τις συμφωνημένες μεταβλητές. Κατά συνέπεια, οι ομάδες μπορεί να διαφέρουν ως προς τις διατροφικές τους συνήθειες, το κάπνισμα, τις συγκεντρώσεις χοληστερόλης στο αίμα τους και την οικογενειακή τους κατάσταση, με την κοσμική ομάδα να βρίσκεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο, όπως αναφέρουν οι ίδιοι οι συγγραφείς. Η πολυπαραγοντική ανάλυση της θνησιμότητας δεν ελέγχει αυτούς τους παράγοντες.
     Ο έλεγχος για ενδεχόμενη σύγχυση και άλλους συμπαράγοντες επίσης επηρεάζει μελέτες που αναφέρουν ότι οι θρησκευτικές συμπεριφορές και εμπειρίες επηρεάζουν την έκβαση της υγείας των ατόμων. Σε κάποιες μελέτες με μεγάλες βάσεις δεδομένων αυτό το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί. Τόσο η μελέτη στην κομητεία της Alameda όσο και η μελέτη στην Κοινότητα  Υγείας της Tecumseh έδειξαν ότι η συχνότητα συμμετοχής σε θρησκευτικές τελετές συνδεόταν αντίστροφα με τη θνησιμότητα.17-18 Ωστόσο, μετά από έλεγχο όλων των σχετικών συμπαραγόντων, φάνηκε ότι η σχέση αυτή ίσχυε μόνο στις γυναίκες. Σε μία άλλη μεγάλη μελέτη, η συμμετοχή στις θρησκευτικές τελετές συσχετιζόταν με αυξημένη λειτουργική ικανότητα στους ηλικιωμένους,19 αλλά μετά τον έλεγχο για σχετικούς συμπαράγοντες, η σχέση αυτή διατηρούνταν μόνο για 3 από τα 7 χρόνια κατά τα οποία συλλέγονταν τα δεδομένα των αποτελεσμάτων. Δεν υπήρχε αντίκτυπος στη θνησιμότητα.20 Σε μία μικρότερη μελέτη, η θρησκευτικότητα προέβλεπε τη θνησιμότητα σε φτωχους ηλικιωμένους, αλλά μόνο μεταξύ εκείνων που αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας.21
     Σε πολλές άλλες μελέτες, ανεπαρκής έλεγχος για σημαντικούς συμπαράγοντες οδηγεί σε αποτελέσματα, ενώ στην πραγματικότητα δεν έπρεπε να υπάρχει κανένα. Για παράδειγμα, ο Pressman και οι συνεργάτες του22 ανέφεραν ότι ανάμεσα σε ηλικιωμένες γυναίκες που έκαναν χειρουργική αποκατάσταση σπασμένων ισχίων, η θρησκευτικότητα σχετιζόταν με καλύτερη κατάσταση βαδίσματος κατά το εξιτήριο. Αν και η ανάλυση λάμβανε υπόψη της σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας τους, δεν ήλεγχε την ηλικία τους, μία κρίσιμη μεταβλητή κατά τη μελέτη της λειτουργικής ικανότητας των ηλικιωμένων.
     Σε κάποιες περιπτώσεις προκύπτουν προβλήματα ερμηνείας όχι τόσο στην αρχική έρευνα όσο μάλλον στις δευτερεύουσες πηγές. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι μία αναφορά των Comstock και Partridge,23 που συχνά αναφέρεται σαν να παρουσιάζει μία θετική σύνδεση ανάμεσα στον εκκλησιασμό και την υγεία. Ωστόσο, όπως ανέφερε αργότερα ο ίδιος ο Comstock, η διαπίστωση αυτή προφανώς οφειλόταν σε αποτυχία ελέγχου του σημαντικού συμπαράγοντα της λειτουργικής ικανότητας: τα άτομα με μειωμένη ικανότητα (και προβλήματα υγείας) ήταν λιγότερο πιθανό να πηγαίνουν στην εκκλησία.24 Αυτή η τελευταία μελέτη σπάνια παρατίθεται. Παρομοίως, οι αναφορές του Koenig ότι μία μελέτη του Colantonie και των συνεργατών του25 "διαπίστωσε χαμηλότερα ποσοστά εκεφαλικού επεισοδίου σε άτομα που παρακολουθούσαν θρησκευτικές τελετές τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα...".26 Ωστόσο, αυτό ίσχυε μόνο στην περίπτωση της μονοπαραγοντικής ανάλυσης και το αποτέλεσμα ανατράπηκε, όταν άλλοι συμπαράγοντες, όπως τα επίπεδα φυσικής λειτουργίας, προστέθηκαν στην ανάλυση. Ο Levin, στην κριτική του σε μία κριτική, ανέφερε ότι 22 από τις 27 μελέτες για τη θρησκευτική συμμετοχή και την υγεία έδειξαν μία σημαντική θετική σχέση,27 παρά την προηγούμενη εκτίμησή του ότι οι συσχετίσεις ανάμεσα στη συμμετοχή και την υγεία είναι ιδιαίτερα αμφίβολες, επειδή αυτή η έρευνα χαρακτηρίζεται από αναρίθμητα μεθοδολογικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης της αποτυχίας προσαρμογής των παραγόντων που μπορούν να προκαλέσουν σύγχυση ή, αλλιώς, των συμπαραγόντων.28
     Τέλος, πολλές μελέτες αξιολογούν τις διαφορές στους δείκτες υγείας ως μία λειτουργία του θρησκευτικού δόγματος (e.g. ref. 29-31). Ωστόσο, γενικά οι μελέτες διεξάγονται με ακρίβεια, επειδή οι θρησκευτικές ομάδες διαφέρους ως προς τις επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ, αλλά και τη γενετική κληρονομιά. 

Αποτυχία ελέγχου πολλαπλών συγκρίσεων
Πολλές μελέτες για τη θρησκεία και την υγεία αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν για να πετύχουν μία μεγαλύτερη πιθανότητα εξεύρεσης ενός στατιστικά σημαντικού αποτελέσματος κατά την εκτέλεση πολλαπλών στατιστικών δοκιμών. Για παράδειγμα, μία μελέτη ανέφερε ότι η θρησκευτική συμμετοχή συνδεόταν αντίστροφα με τις υψηλές συγκεντρώσεις ιντερλευκίνης-6 στους ηλικιωμένους.32 Ωστόσο, η ιντερλευκίνη-6 ήταν μία μόνο από τις οχτώ μεταβλητές έκβασης και δεν έγινε καμία προσπάθεια ελέγχου πολλαπλών συγκρίσεων, όπως ανέφεραν οι ίδιοι οι συγγραφείς. Σε μία αναδρομική μελέτη,33 εξετάστηκαν οι συσχετίσεις ανάμεσα στη συχνότητα προσευχής και έξι στοιχεία μέτρησης που υπόκεινται στην υγεία. Αναλύσεις διακύμανσης πραγματοποιήθηκαν σε κάθε ένα από τα έξι αυτά στοιχεία της υγείας και τρία έδειξαν επιδράσεις της συχνότητας της προσευχής σε επίπεδο 0.05 της στατιστικής σημασίας. Σε τέτοιες μελέτες, οι προσαρμογές των επιπέδων τους σε έλεγχο για τέτοιες πολλαπλές συγκρίσεις θα καθιστούσε αυτά τα ευρήματα μη σημαντικά.
     Παρόμοια προβλήματα υπάρχουν και στη μόνη δημοσιευμένη τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή (που έγινε δηλ. με τη δημιουργία συνθηκών τυχαιότητας).34 Σε αυτήν την διπλά τυφλή μελέτη, οι ασθενείς στην στεφανιαία μονάδα εντατικής θεραπείας (CCU) υποβλήθηκαν τυχαία είτε σε συνήθη φροντίδα είτε σε καθημερινή μεσολαβητική προσευχή, που έκαναν από τρεις έως έξι αναγεννημένοι χριστιανοί. Μετρήθηκαν 29 μεταβλητές για την έκβαση της ασθένειας και διαπιστώθηκε ότι η ομάδα που δεχόταν την προσευχή είχε λιγότερες νεοδιαγνωσθείσες παθήσεις. Ωστόσο, έξι σημαντικά αποτελέσματα δεν ήταν ανεξάρτητα: η ομάδα για την οποία προσεύχονταν άλλοι είχε λιγότερες περιπτώσεις εκ νέου διαγνωσμένης καρδιακής ανεπάρκειας  και εκ νέου συνταγογράφησης διουρητικών, αλλά και λιγότερες περιτπώσεις εκ νέου διαγνωσμένης πνευμονίας και χορήγησης αντιβιοτικών. Δεν έγινε έλεγχος για πολλαπλές συγκρίσεις, ένα γεγονός που αναγνώρισε ο ίδιος ο συγγραφέας. Για να αντιμετωπιστεί το θέμα αυτό, η "πολυμεταβλητή" ανάλυση πραγματοποιήθηκε αλλά τα αποτελέσματα δεν παρουσιάστηκαν, εκτός από μία τιμή p για το συνολικό μοντέλο.

Αντικρουόμενες διαπιστώσεις
Οι δημοσιευμένες μελέτες για τη θρησκεία και την υγεία στερούνται συνάφειας, ακόμη και ανάμεσα στις μελέτες που διεξάγονται σωστά. Για παράδειγμα, ενώ οι Idler και Kasl διαπίστωσαν κάποιες συνέπειες της θρησκευτικής συμμετοχής στη λειτουργική ικανότητα των ηλικιωμένων, μετρήσεις της "θρησκευτικής ανάμειξης", που είναι δείκτης των "ιδιωτικών, στοχαστικών" όψεων της θρησκείας, δεν συσχετίστηκαν με κανένα αποτέλεσμα στην υγεία. Ούτε ο εκκλησιασμός ούτε η θρησκευτική συμμετοχή συνδέονταν με χαμηλότερη θνησιμότητα.20 Ωστόσο, σε δύο άλλες μεγάλες μελέτες,17-18 ο εκκλησιασμός συσχετίστηκε με χαμηλότερη θνησιμότητα, αλλά μόνο στις γυναίκες.
     Ασυνέπειες επίσης προκύπτουν σε μελέτες που δεν βασίζονται σε μεγάλα επιδημιολογικά δείγματα. Για παράδειγμα, όταν κάθε μεμονωμένο στοιχείο από την κλίμακα της θρησκευτικότητας που χρησιμοποιήθηκε από του Idler και Kasl, χρησιμοποιήθηκε σε μία άλλη μελέτη, η "θρησκευτική υποστήριξη και ενίσχυση" συσχετίστηκε σημαντικά με χαμηλότερη θνησιμότητα μετά από καρδιαγγειακή επέμβαση στους ηλικιωμένους, ακόμη και μετά τον έλεγχο για σχετκούς συγχυτικούς παράγοντες.35 Ωστόσο, τα άλλα στοιχεία αυτής της κλίμακας, συμπεριλαμβανομένης της θρησκευτικής συμμετοχής, δεν προέβλεπαν τη θνησιμότητα. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιήθηκε ολόκληρη η κλίμακα, η σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και τη θνησιμότητα απέτυχε να αποκτήσει κάποια σημασία. Ο Byrd34 ανέφερε ένα πλεονέκτημα όσον αφορά την πορεία της στο νοσοκομείο για την ομάδα που λάμβανε προσευχή σε σύγκριση με την ομάδα μαρτύρων. Ωστόσο, η πρώτη ομάδα δεν διέφερε από τη δεύτερη όσον αφορά τις ημέρες παραμονής της στη μονάδα εντατικής θεραπείας, τη διάρκεια παραμονής της στο νοσοκομείο και στον αριθμό των ολοκληρωμένων ιατρικών αγωγών. Ενώ οι συνολικές συγκεντρώσεις χοληστερόλης ήταν χαμηλότερες στα μέλη όλων των ηλικιών μία ομάδας Αντβεντιστών Εβδόμης Ημέρας (SDA) από ό,τι στους υγιείς άνδρες και τις γυναίκες της ίδιας ηλικίας από την πόλη της Νέας Υόρκης, ο ορός τριγλυκεριδίων στους άνδρες Αντβεντιστές που ήταν σε ηλικία επιρρεπή σε στεφανιαία νόσο (>32 ετών) ήταν 19% υψηλότερος από ό,τι στην ομάδα μαρτύρων/ελέγχου, γεγονός που οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα.29
     Σε κάποιο βαθμό, η έλλειψη συνάφειας είναι χαρακτηριστική ενός εξελισσόμενου πεδίου και μπορεί να είναι προϊόν διαφορών στο σχεδιασμό της μελέτης, στους ορισμούς των θρησκευτικών και πνευματικών μεταβλητών, και στις μεταβλητές έκβασης. Η απουσία συγκεκριμένων ορισμών της θρησκευτικής και πνευματικής δραστηριότητας είναι ένα σημαντικό πρόβλημα, καθώς πολλές από τις μελέτες στις οποίες αναφερόμαστε ορίζουν αυτές τις δραστηριότητες διαφορετικά. Η δημοσιευμένη έρευνα στο σύνολό της θα βελτιωνόταν ουσιαστικά, αν ορίζονταν καλύτερα οι όροι αυτοί. Ωστόσο, η ασυνέπεια στις εμπειρικές διαπιστώσεις καθιστά δύσκολη την υποστήριξη συστάσεων για κλινικές μεσολαβήσεις.

Ηθικά Ζητήματα
Οι επαγγελματικές της υγείας, ακόμη και στις μέρες αυτές της υπεράσπισης των καταναλωτών, επηρεάζουν τους ασθενείς εξαιτίας της ιατρικής τους εμπειρογνωμοσύνης. Όταν οι γιατροί αποκλίνουν από τους τομείς της καθιερωμένης τους ειδικότητας για να προωθήσουν μη ιατρικά προγράμματα, κάνουν κατάχρηση της θέσης τους ως επαγγελματίες. Έτσι, αμφισβητούμε τις έρευνες εκείνες για την πνευματική ζωή των ασθενών που υποστηρίζουν τη σύνδεση της θρησκευτικής πρακτικής με καλύτερα αποτελέσματα στην υγεία. Αρμόζει πραγματικά, όπως συστήνουν ο Matthews και οι συνεργάτες του,9 ένας γιατρός να ρωτάει τους ασθενείς του τι μπορεί να κάνει ο ίδιος για να στηρίξει την πίστη τους ή τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις; 
      Ένα δεύτερο ηθικό ζήτημα έχει να κάνει με τα όρια της ιατρικής παρέμβασης. Αν θρησκευτικοί ή πνευματικοί παράγοντες αποδειχθούν με πειστικό τρόπο ότι συνδέονται με την κατάσταση της υγείας των ατόμων, θα προστεθούν στους άλλους παράγοντες που έχουν παρόμοια αποτελέσματα, όπως είναι η κοινωνικο-οικονομική και η οικογενειακή κατάσταση,38 που έχει ήδη αναγνωρισθεί ότι συνδέονται στενά με την υγεία; Παρ' όλο που οι γιατροί μπορούν να επιλέγουν να εμπλέκουν τους ασθενείς τους σε συζητήσεις για τέτοια ζητήματα προκειμένου να τους καταλάβουν καλύτερα, θα το θεωρούσαμε απαράδεκτο για έναν γιατρό να συμβουλεύσει έναν άγαμο ασθενή να παντρευτεί, επειδή τα στοιχεία δείχνουν ότι ο γάμος συνδέεται με χαμηλότερη θνησιμότητα. Αυτό ισχύει, επειδή γενικά θεωρούμε τα οικονομικά και συζυγικά ζητήματα ως ιδιωτικά και προσωπικά, που δεν είναι υπόθεση της ιατρικής, ακόμη και αν έχουν επιπτώσεις στην υγεία. Υπάρχει μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να "λαμβάνουμε υπόψη" μας τους οικογενειακούς, οικονομικούς ή θρησκευτικούς παράγοντες και στο να τους "λαμβάνουμε" ως αντικείμενα παρεμβάσεων.
     Το τρίτο ηθικό πρόβλημα αφορά την πιθανότητα να κάνουμε κακό. Η σύνδεση των θρησκευτικών δραστηριοτήτων με καλύτερα αποτελέσματα στην υγεία μπορεί να είναι επιβλαβής για ασθενείς, οι οποίοι ήδη πρέπει να αντιμετωπίσουν την αρχαία λαϊκή σοφία ότι η ασθένεια οφείλεται στη δική τους ηθική ανεπάρκεια.37 Σε κάθε μεμονωμένη θρησκεία, οι πιο αφοσιωμένοι πιστοί είναι "καλύτεροι" άνθρωποι, που αξίζουν περισσότερο την υγεία από ό,τι οι άλλοι; Αν τα στοιχεία έδειξαν ότι κάποια θρησκευτικά δόγματα έχουν περισσότερα πλεονεκτήματα για την υγεία από ό,τι κάποια άλλα, θα έπρεπε οι γιατροί, οδηγούμενοι από τα στοιχεία αυτά, να συνηγορούν στη μεταστροφή των ασθενών τους; Οι προσπάθειες να συνδεθούν οι θρησκευτικές και πνευματικές δραστηριότητες με τη θρησκεία θυμίζουν την απαξιωμένη πλέον έρευνα που υποδήλωνε ότι διαφορετικές εθνικές ομάδες εμφανίζουν διαφορετικά επίπεδα ηθικής εντιμότητας, νοημοσύνης ή άλλων μέτρων κοινωνικής αξίας.37 Δεδομένου ότι όλοι οι άνθρωποι, ευσεβείς ή ασεβείς, θα υποκύψουν τελικά στην αρρώστια, θέλουμε να αποφύγουμε το πρόσθετο βάρος της ενοχής για ηθική ανεπάρκεια σε εκείνους, των οποίων η σωματική υγεία εξασθενεί πριν από τη δική μας. 
     Κάποιοι θεραπευτές που συνδέουν την πίστη και την ιατρική πρακτική το κάνουν καταλλήλως και με τρόπους που δεν εξαρτώνται από χρηστικές προσδοκίες για καλύτερη υγεία. Για παράδειγμα, ευσεβείς επαγγελματίες στο χώρο της υγείας μπορούν να βλέπουν τη δουλειά τους ως μία επέκταση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Τέτοιοι γιατροί μπορεί είτε να μοιράζονται είτε όχι τις απόψεις τους μς τους ασθενείς τους. Ωστόσο, κάποιοι γιατροί και ασθενείς μπορεί να έχουν επίγνωση της κοινής τους πίστης. Δεν υπάρχει ηθική ένσταση στο να συζητούν οι άνθρωποι που ανήκουν στην ίδια θρησκεία ιατρικά θέματα στη συνάφεια της κοινής τους πίστης. Πράγματι, μία πλήρης κατανόηση των θρησκευτικών αξιών του ασθενή μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντική στη συζήτηση κρίσιμων ιατρικών θεμάτων, όπως είναι η φροντίδα στο τέλος της ζωής. Ανεξάρτητα από τη θρησκεία του θεραπευτή, πρέπει με σεβασμό να δίνεται προσοχή στον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η θρησκεία στις αποφάσεις τους ασθενούς για την υγειονομική του περίθαλψη. Ένα ιδιαίτερα δηκτικό  παράδειγμα ευσεβούς θεραπευτή, ο οποίος σημειώνει κατάλληλα τις συνδέσεις ανάμεσα στην ασθένεια, την ανάρρωση και τις ευχαριστήριες προσευχές δίνει ο Prager, περιγράφοντας μία σοβαρή ασθένεια του γιου του.41 Ο Prager δεν δηλώνει ότι ο γιος του ανάρρωσε, επειδή ήταν πιστός, αλλά περισσότερο διδάσκει πώς ο πιστός μπορεί να προσφέρει τις ευχαριστήριες προσευχές του για την ανάρρωσή του. Τέτοιες συνδέσεις μεταξύ πίστης και υγείας είναι πολύτιμες, επειδή είναι ευαίσθητες σε όλες τις πτυχές της εμπειρίας του ασθενούς, αλλά σε καμία περίπτωση δεν βασίζεται σε ψευδείς ισχυρισμούς σχετικά με επιστημονικά δεδομένα. 

Συμπεράσματα
Ακόμη και στις καλύτερες μελέτες, τα στοιχεία για μία σύνδεση ανάμεσα στη θρησκεία, την πνευματικότητα και την υγεία είναι αδύναμα και χωρίς συνέπεια.
     Πιστεύουμε, επομένως, ότι είναι πρόωρο να προωθήσουμε την πίστη και τη θρησκεία ως συμπληρωματικές ιατρικές θεραπείες. Ωστόσο, μεταξύ των άκρων της απόρριψης της ιδέας ότι η θρησκεία και η πίστη μπορούν να φέρουν ανακούφιση σε κάποιους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν μία ασθένεια, και της απόρριψης της άποψης ότι οι γιατροί θα έπρεπε να προωθούν ενεργά τη θρησκευτική δραστηριότητα ανάμεσα στους ασθενείς, βρίσκεται μία απέραντη ανεξερεύνητη περιοχή, στην οποία οι κατευθυντήριες γραμμές για την ορθή συμπεριφορά χρειάζονται επειγόντως.
     Ωστόσο, απαιτείται προσοχή. Υπάρχει ο πειρασμός να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι αυτό το ζήτημα μπορεί να επιλυθεί από τη στιγμή που μία μεθοδολογικά εμπειρική έρευνα γίνεται διαθέσιμη. Ακόμη και η ύπαρξη πειστικών στοιχείων για μία σχέση ανάμεσα στη θρησκευτική δραστηριότητα (ανεξαρτήτως ορισμού) και τα ευεργετικά αποτελέσματα για την υγεία δεν μπορεί να εξαλείψει τις ηθικές ανησυχίες που προκύπτουν στο σημείο αυτό. Οι θρησκευτικές επιδιώξεις, όπως είναι οι αποφάσεις κάποιου να παντρευτεί ή να κάνει παιδιά, είναι ποιοτικά διαφορετικές από τις συμπεριφορές της υγείας, όπως είναι η διακοπή του καπνίσματος ή η διατροφή που είναι χαμηλή σε λιπαρά, ακόμη και αν συνδέονται αναμφισβήτητα με οφέλη για την υγεία. 
     Κανείς δεν μπορεί να αντιταχθεί στην υποστήριξη με σεβασμό προς τους ασθενείς, που αξιοποιούν τη θρησκευτική τους πίστη σε περιόδους ασθένειας. Ωστόσο, μέχρι να επιλυθούν αυτά τα ηθικά ζητήματα, οι προτάσεις ότι η θρησκευτική δραστηριότητα θα προωθήσει την υγεία ή ότι η ασθένεια είναι το αποτέλεσμα ανεπαρκούς πίστης είναι αδικαιολόγητες.


References
1 Levin JS, Larson DN, Puchalski CM. Religion and spirituality in medicine: research and education. JAMA 1997; 278: 792–93.
2 McNichol T. The new faith in medicine. USA Today. April 7, 1996: 4.
3 Eisenberg DM, Kessler RC, Foster C, Norlock FE, Calkins DR, Delbanco TL. Unconventional medicine in the United States: prevalence, costs, and patterns of use. N Engl J Med 1993; 328:
246–52.
4 King DE, Bushwick B. Beliefs and attitudes of hospital inpatients about faith healing and prayer. J Family Practice 1994; 39: 349–52.
5 Marwick C. Should physicians prescribe prayer for health? Spiritual aspects of well-being considered. JAMA 1995; 273: 1561–62.
6 Benson H. Timeless Healing. New York: Fireside, 1996.
7 Matthews DA, Larson DB. Faith and medicine: reconciling the twin traditions of healing. Mind/Body Medicine 1997; 2: 3–6.
8 Sides H. The calibration of belief. New York Times Magazine 1997; 92–95.
9 Matthews DA, McCullough ME, Larson DB, Koenig HG, Swyers JP, Milano MG. Religious commitment and health status. Arch Family Medicine 1998; 7: 118–24.
10 Michalek AM, Mettlin C, Priore RL. Prostate cancer mortality among Catholic priests. J Surg Oncol 1981; 17: 129–33.
11 Timio M, Lippi G, Venanzi S, et al. Blood pressure trend and cardiovascular events in nuns in a secluded order: a 30-year follow-up study. Blood Pressure 1997; 6: 81–87.
12 Gardner JW, Lyon JL. Cancer in Utah Mormon men by lay
priesthood level. Am J Epidemiol 1982; 116: 243–57.
13 de Gouw HWFM, Westndrop RGJ, Kunst AE, Mackenbach JP, Vandenbrouke JP. Decreased mortality among contemplative monks
in the Netherlands. Am J Epidemiol 1996; 141: 771–75. 
14 Friedlander Y, Kark JD, Stein Y. Religious orthodoxy and myocardial infarction in Jerusalem: a case control study. Int J Cardiol 1986; 10: 33–41.
15 Goldbourt U, Yaari S, Medalie JH. Factors predictive of long-term coronary heart disease mortality among 10 059 male Israeli civil servants and municipal employees. Cardiology 1993; 82: 100–21.
16 Kark JD, Shemi G, Friedlander Y, Martin O, Manor O, Blondheim SH. Does religious observance promote health? Mortality in secular and religious kibbutzim in Israel. AJPH 1996; 86: 341–46.
17 House JS, Robbins C, Metzner HL. The association of social relationships and activities with mortality: prospective evidence from the Tecumseh Community Health Study. Am J Epidemiol 1982; 116: 123–40.
18 Strawbridge WJ, Cohen RD, Shema SJ, Kaplan GA. Frequent attendance at religious services and mortality over 28 years. AJPH 1997; 87: 957–61.
19 Idler EL, Kasl SV. Religion among disabled and nondisabled persons II: Attendance at religious services as a predictor of the course of disability. J Gerontol 1997; 52B: S306–S316.
20 Idler EL, Kasl SV. Religion, disability, depression, and the timing of death. Am J Sociol 1992; 97: 1052–1079.
21 Zuckerman DM, Kasl SV, Ostfeld AM. Psychosocial predictors of mortality among the elderly poor. Am J Epidemiol 1984; 119: 410–23.
22 Pressman P, Lyons JS, Larson DB, Strain JJ. Religious belief, depression and ambulation status in elderly women with broken hips. Am J Psychiatry 1990; 147: 758–60.
23 Comstock GW, Partidge KB. Church attendance and health. J Chronic Dis 1972; 225: 665–72.
24 Comstock GW, Tonascia JA. Education and mortality in Washington County, Maryland. J Health Soc Behav 1977; 18: 54–61.
25 Colantonio A, Kask SV, Ostfeld AM. Depressive symptoms and other psychosocial factors as predictors of stroke in the elderly. Am J Epidemiol 1992; 136: 884–94.
26 Koenig HG. Is religion good for your health? Binghamton, NY: Haworth Pastoral Press, 1997.
27 Levin JS. Religion and health: is there an association, is it valid, and is it causal? Soc Sci Med 1994; 38: 1475–82.
28 Levin JS, Vanderpool HY. Is frequent religious attendance really conducive to better health?: toward an epidemiology of religion. Soc Sci Med 1987; 24: 589–600.
29 Walden RT, Schaefer LE, Lemon FR, Sunshine A, Wynder EL. Effect of environment on the serum cholesterol-triglyceride distribution among Seventh-day Adventists. Am J Med 1964; 36: 269–76.
30 Rasanen J, Kauhanen J, Lakka TA, Kaplan GA, Salonen JT. Religious affiliation and all-cause mortality: a prospective population study in middle-aged men in eastern Finland. Int J Epidemiol 1996; 25: 1244–49.
31 Lyon JL, Gardner K, Gress RE. Cancer incidence among Mormons and non-Mormons in Utah (United States) 1971–85. Cancer Causes Control 1994; 5: 149–56.
32 Koenig HG, Cohen HG, George LK, Hays JC, Larson DB, Blazer DG. Attendance at religious services, interleukin-6, and other biological parameters of immune function in older adults. Int J Psychiatry Med 1997; 27: 233–50.
33 Levin JS, Lyons JS, Larson DB. Prayer and health during pregnancy: Findings from the Galveston Low birthweight Survey. Southern Med J 1993; 86: 1022–27.
34 Byrd RC. Positive therapeutic effects of intercessory prayer in a coronary care unit population. Southern Med J 1988; 81: 826–29.
35 Oxman TE, Freeman DH, Manheimer ED. Lack of social participation or religious strength and comfort as risk factors after cardiac surgery in the elderly. Psychosomatic Med 1995; 57: 5–15.
36 Sorlie PD, Backlund E, Keller JB. US mortality by economic, demographic, and social characteristics: the National Longitudinal Mortality Study. AJPH 1995; 85: 949–56.
37 Gould SJ. The mismeasure of man. New York: Norton, 1981.
38 Powell T. Regligion, race, and reason. J Clin Ethics 1995; 6: 73–77.
39 Prager K. For everything a blessing. JAMA 1997; 277: 1589.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου